ΥΠΟΤΑΣΗ

Ιδιαίτερα κατά του καλοκαιρινούς μήνες γίνεται λόγος από πολλούς για την υπόταση και τα όσα αυτή επιφέρει. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η υπόταση αποτελεί ένα σύμπτωμα και όχι ξεχωριστή νόσο.

Η υπόταση δεν μπορεί να οριστεί με βάση συγκεκριμένες τιμές συστολικής ή διαστολικής πίεσης. Η υπόταση ή αντίθετα η επάρκεια της αρτηριακής πίεσης καθορίζεται από τα συμπτώματα του ασθενή και ιδιαίτερα από την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης κατά την αλλαγή στάσης από ύπτια σε ορθία.

Ετσι εξηγείται και το παράδοξο οτι σε ύπτια θέση ένα άνθρωπος με σχετικά χαμηλή αρτηριακή πίεση ανέχεται καλά τιμές εξαιρετικά χαμηλές όπως 65-70 mmHg.

Και αντίθετα όταν ένας υπερτασικός παρουσιάσει πτώση της αρτηριακής πίεσης στην ορθία θέση παρουσιάζει πολλές φορές συμπτώματα ακόμη και σε επίπεδα πίεσης που θεωρούνται υψηλά, με άλλα λόγια παρουσιάζει υπόταση με τιμές πίεσης 140-150mmHg ή και ακόμα υψηλότερα.

Ο επιπολασμός, η συχνότητα δηλαδή της υπότασης αυξάνει με την ηλικία. Σε μία μελέτη 5000 ανδρών και γυναικών άνω των 65 ετών το 16,2% παρουσιάσε πτώση στην συστολική πίεση πάνω από 20mmHg (ή την διαστολική πίεση πάνω από 10mmHg) σε ορθοστασία 3 λεπτών. Το ποσοστό αυτό αυξανόταν παράλληλα με την ηλικία και ήταν ιδιαίτερα υψηλό στους υπερτασικούς με αμιγή συστολική υπέρταση και ιδιαίτερα σε αυτούς που παρουσιάζουν στένωση των καρωτίδων.

Ποιά είναι τα συμπτώματα της υπότασης

Η χαμηλή αρτηριακή πίεση ειδικά όταν η πίεση πέφτει ξαφνικά συνοδεύεται από συμπτώματα όπως:

•Ζάλη ή ελαφρά λιποθυμία εως και συγκοπή

•Έλλειψη συγκέντρωσης

•Θολή όραση

•Ναυτία

•Ψυχρό, υγρό, ωχρό δέρμα

•Δύσπνοια

•Κόπωση

•Δίψα

 

Αίτια

Η υπόταση προκύπτει από ανεπαρκή καρδιακή παροχή αίματος (όπως π.χ. στο οξύ έμφραγμα), από ανεπαρκή κυκλοφορούντα όγκο αίματος (όπως π.χ. σε αφυδάτωση) ή από αποτυχία των αντανακλαστικών του σώματός μας να διατηρήσουν σταθερή την αρτηριακή πίεση στις μεταβολές της στάσης του σώματος.

Ολοι αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργούν σε πλήθος καταστάσεων και μερικές φορές συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή προκαλώντας έντονη υπόταση.

Οι διαταραχές του όγκου του αίματος είναι πιο συχνές απ΄ότι των αντανακλαστικών και προκύπτουν από διαταραχές σε 2 σκέλη της κυκλοφορίας :

πρώτον ελάττωση του πλάσματος ή των ερυθρών αιμοσφαιρίων λόγω αιμορραγίας, αφυδάτωσης, εκσεσημασμένης διούρησης ή εφίδρωσης και δεύτερον αλλαγή στην αποθηκευτική ικανότητα των αγωγών του αίματος π.χ. όπως συμβαίνει όταν για κάποιο λόγο (όπως ζέστη, ορθοστασία) γίνεται αγγειοδιαστολή.

Επίσης ελάττωση του όγκου αίματος έχουμε και σε διάφορες ασθένειες όπως π.χ. επινεφριδιακή ανεπάρκεια (νόσο Addison), υπολειτουργία της υπόφυσης, παθήσεις του εντέρου κ.α.

Ανωμαλίες των αντανακλαστικών συνήθως συμβαίνουν από παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος ή από παθήσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Επίσης μπορεί να συμβούν και λόγω λήψης φαρμάκων που επιδρούν στα τελικά μονοπάτια του αυτόνομου νευρικού συστήματος που “νευρώνει” τα περιφερειακά αγγεία.

Κλινική εικόνα

Στην υπόταση από μειωμένο όγκο αίματος επικρατούν τα συμπτώματα από τους αντιρροπιστικούς μηχανισμούς του ανθρώπινου σώματος που προσπαθώντας να διατηρήσουν την πίεση σταθερή προκαλούν ανησυχία, αδυναμία, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αγγειοσύσπαση (ωχρό και ψυχρό δέρμα), εφίδρωση και ψυχρότητα άκρων. Σε αντίθεση με αυτά, όταν η υπόταση είναι αποτέλεσμα νευρικών μηχανισμών τα συμπτώματα είναι λίγα ή ελάχιστα και γενικώς η αποκατάστασή τους είναι ταχεία όταν με τον υπτιασμό του ασθενούς αποκατασταθεί η παροχή αίματος στον εγκέφαλο.

Παράδειγμα υπότασης από ανεπαρκή όγκο αίματος είναι η απλή λιποθυμία, όπου λόγω ενός εκλυτικού παράγοντα (π.χ. έντονου πόνου ή stress) προκαλείται απότομα αγγειοδιαστολή κυρίως στα πόδια, το αίμα λιμνάζει εκεί και έτσι ελαττώνεται η παροχή αίματος προς τον εγκέφαλο, οπότε έρχεται η λιποθυμία ή και απώλεια των αισθήσεων ακόμη. Παρομοίως σε ορισμένα άτομα η λιποθυμία μπορεί να έλθει μετά από αφόδευση, ούρηση, έντονο βήχα ή κατάποση σε οισοφάγο με στενώσεις, επειδή προκαλείται απότομα αγγειοδιαστολή και βραδυκαρδία. Ολες αυτές οι καταστάσεις αντιμετωπίζονται με οριζοντίωση του ασθενούς, ανύψωση των άκρων και χορήγηση ενδοφλεβίως φαρμάκων που προκαλούν αγγειοσύσπαση και ταχυκαρδία (π.χ. ατροπίνη).

Αντίθετα ο άλλος τύπος υπότασης λόγω δυσλειτουργίας των αυτόνομων αντανακλαστικών σπανίως συμβαίνει σε υγιή άτομα κάτω των 50. Προϋποθέτει συνήθως την συνύπαρξη περιφερικής νευροπάθειας από σακχαρώδη διαβήτη, ουραιμία, ή διάφορες εκφυλιστικές νόσους του νευρικού στυστήματος.

Εδώ η κλασσική τριάδα συμπτωμάτων είναι : ορθοστατική υπόταση, ανεπαρκής εφίδρωση και σεξουαλική ανικανότητα ιδιαίτερα στους άνδρες. Σαν γενικά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων προτείνονται η λήψη άλατος και υγρών, η αποφυγή απότομων αλλαγών της θέσης του σώματος, η διακοπή φαρμάκων όπως τα αντιυπερτασικά, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και το αλκοόλ, η χορήγηση φθοριουδροκορτιζόνης και τέλος η χορήγηση α-αδενεργικών αγωνιστών (όπως διυδροεργοταμίνη).

Γενικά πάντως η αντιμετώπιση είναι δυσκολότερη καθώς συχνά οι άρρωστοι με δυσαυτονομία του νευρικού συστήματος παρουσιάζουν υπόταση σε όρθια θέση ενώ σε ύπτια θέση γίνονται υπερτασικοί.

CreativeMinds WordPress Plugin CM Tooltip Glossary