Το κάπνισμα επιταχύνει την εξέλιξη της σκλήρυνσης κατά πλάκας


 

Η σκλήρυνση κατά πλάκας εξελίσσεται πολύ ταχύτερα στους ασθενείς οι οποίοι εξακολουθούν να καπνίζουν μετά τη διάγνωση, απ’ ό,τι σε όσους κόβουν το κάπνισμα, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Όπως έδειξε, οι ασθενείς μπορεί να χάσουν εξαιτίας του καπνίσματος έως και 8 χρόνια από το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε έως ότου μπουν στα προχωρημένα στάδιά της.

Το κάπνισμα αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση της νόσου, αλλά τα νέα ευρήματα δείχνουν πως επηρεάζει αρνητικά και τις εκβάσεις των πασχόντων, γράφουν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Καρολίνσκα, στη Σουηδία, στην επιθεώρηση «JAMA Neurology».

loading...

Η σκλήρυνση κατά πλάκας (ή πολλαπλή σκλήρυνση, όπως είναι η σύγχρονη ονομασία της) συνήθως αρχίζει με εξάρσεις και υφέσεις, αλλά έπειτα από περίπου 15-20 χρόνια μεταπίπτει στην επονομαζόμενη προοδευτικά εξελικτική νόσο.

Το μεσοδιάστημα ανάμεσα στην υποτροπιάζουσα και την προοδευτικά εξελικτική μορφή χρησιμοποιείται ευρέως ως δείκτης αξιολόγησης της πορείας της νόσου, σημειώνουν οι ερευνητές στο άρθρο τους.

Και εξηγούν πως πραγματοποίησαν τη μελέτη για να δουν πόσο επηρεάζει το κάπνισμα την πορεία αυτή.

Έτσι, επιστράτευσαν περισσότερους από 700 Σουηδούς οι οποίοι ήσαν καπνιστές την εποχή που διαγνώσθηκαν με σκλήρυνση κατά πλάκας.

Άλλοι εξ αυτών εξακολούθησαν να καπνίζουν και άλλοι έκοψαν το κάπνισμα μέσα σε ένα χρόνο.

Όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές, κάθε πρόσθετος χρόνος καπνίσματος επιτάχυνε κατά 5% την μετάπτωση της υποτροπιάζουσας σκλήρυνσης σε προοδευτικά εξελικτική.

Μάλιστα όσοι εθελοντές δεν έκοψαν ποτέ το τσιγάρο, παρουσίασαν μετάπτωση στην προοδευτικά εξελικτική μορφή πολύ νωρίτερα (σε μέση ηλικία 48 ετών), ενώ όσοι το έκοψαν αμέσως μετά τη διάγνωση μπήκαν στη μορφή αυτή στα 56 τους χρόνια κατά μέσον όρο.

«Εξ όσων γνωρίζουμε η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που δείχνει ότι η διακοπή του καπνίσματος καθυστερεί την έναρξη της προοδευτικά εξελικτικής πολλαπλής σκλήρυνσης», γράφουν σε ένα σχόλιό τους που συνοδεύει τη νέα μελέτη οι νευρολόγοι Μάιλα Γκόλντμαν, από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια στην Τσάρλοτσβιλ, και Όλαφ Στούβε, από το Πανεπιστήμιο Southwestern του Τέξας.

«Αυτό είναι πολύ σημαντικό και κάτι που όλοι οι ασθενείς πρέπει να κάνουν», καταλήγουν.

tanea.gr

Loading...

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα οριστεί σε "επιτρέπει cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Αποδοχή" παρακάτω, στη συνέχεια, σας ζητάμε να ακολουθήσετε αυτό.

Close